Θα ήθελα να δηλώσω ευθύς εξ’ αρχής ότι αν και αγαπώ πολύ τον Matthew Goode και τις υποκριτικές του ικανότητές, θα είμαι πολύ αντικειμενική για τον ρόλο του στη νέα σειρά του Netflix, “Department Q”. Με το Dept. Q, ο Scott Frank (γνωστός από Godless και The Queen’s Gambit) επιχειρεί κάτι οικείο αλλά με δική του, σκοτεινή σφραγίδα: μια βουβή, υπόγεια ματιά στη ζωή ενός αποτυχημένου ντετέκτιβ, εγκλωβισμένου στη μιζέρια και την ενοχή, ενώ μέσα από την έρευνα παιδεύει και το δικό του μυαλό και το δικό μας σε αρκετά σημεία είναι η αλήθεια. Η σειρά είναι συνολικά εννέα επεισόδια και μεταφέρει τον αναγνώστη των Νορδιών βιβλίων στο σύμπαν του Netflix — με νέο τόνο, σε νέο τόπο, στην προκείμενη περίπτωση στο Εδιμβούργο, όμως με την ίδια κεντρική πλοκή: έναν θάνατο, μια εξαφάνιση – και πολλά σκοτεινά κρυμμένα μυστικά.

Η αλήθεια είναι ότι το φως της Σκοτίας και η του γραφείου του ντετέκτιβ σε βάζουν από μόνα τους στο κλίμα. Όπως και στις προηγούμενες δουλειές του σκηνοθέτη, το φως και τα χρώματα των σκηνικών είναι από μόνα τους ένας βασικός χαρακτήρας που σου δημιουργεί αυτόνομα συναισθήματα για τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους. Οι χαρακτήρες δεν είναι φωτεινοί άνθρωποι, αλλά ακόμα και η όποια φωτεινή στιγμή τους προκύψει, δεν είναι αρκετή για μας βγάλει από την ολοκληρωτική σκοτεινιά του τοπίου.

ΠΗΓΗ: IMDB

Το μεγάλο δίλημμα

Η ιστορία ξεκινά δυνατά με τον Carl Morck (Matthew Goode) να δέχεται επίθεση σε μία περιήγηση στον τόπο που έχει διαπραχθεί ένα έγκλημα. Το αποτέλεσμά της επίθεσης αυτής είναι ότι σκοτώνεται ένας συνάδελφος αστυνομικός που μόλις έχει ξεκινήσει στο επάγγελμα και ο συνεργάτης του Morck, Hardy, μένει παράλυτος. Η επιστροφή του, μετά τον τραυματισμό του και μοιάζει σαν μοιραία. Η ανώτερη του, τον τοποθετεί στο “Department Q”, μια ομάδα cold-case που σκοπό έχει περισσότερο να τον “κρύψει”, δίνοντας του κάτι να ασχολείται, παρά να εξιχνιάσει εγκλήματα, τα όποια έχουν «θαφτεί» στο χρονοντούλαπο. Η εξαφάνιση της Merritt Lingard, μιας εισαγγελέως που θεωρούνταν πνιγμένη πριν από τέσσερα χρόνια, έρχεται ξανά στην επιφάνειά για να διαπιστωθεί αν όντως πνίγηκε ή αν, ίσως, ζει ακόμα.

Το ίδιο το δημιούργημα του Frank συναντά τον μεγάλο του ανταγωνιστή …τον ίδιο του τον εαυτό. Το Slow Horses — όπου επίσης ένας ντετέκτιβ “ξεκομμένος” από τη δράση ξαναμπαίνει στο παιχνίδι — δείχνει το δρόμο με έξι επεισόδια και γρήγορο ρυθμό. Το Dept. Q, ωστόσο, με μια πλούσια όμως, υπερβολικά μεγάλη διάρκεια, μοιάζει να πνίγεται στα ίδια του τα σχέδια. Υπέροχες ιδέες χάνονται σε αχρείαστες επεκτάσεις, με αποτέλεσμα να μοιάζει “too much” για ένα εύρος που θα έπρεπε να καλύπτεται μέσα σε 6–7 επεισόδια.

Η διάρκεια άρχισε να βαραίνει τη σειρά, γιατί κάτι που θα μπορούσε να έχει ολοκληρωθεί πιο άμεσα και πιο γρήγορα καταλήγει να κάνει τον εκάστοτε θεατή να σκέφτεται, τι άλλο ακόμα θα δούμε, γιατί κάποιες κλειστοφοβικές σκηνές «βασανισμού» πρέπει να κρατάνε τόσο. Δυστυχώς, η πολύ δυναμική αρχή τείνει να χάνει σε ένταση προς το τέλος, όπου γίνονται και οι μεγάλες αποκαλύψεις της υπόθεσης.

Το Cast

Η μεταμόρφωση του Goode από καθώς πρέπει κύριο σε κατεστραμμένο ντετέκτιβ είναι η καλύτερη του στιγμή σε crime drama και ίσως το καλύτερο και πιο δυνατό στοιχείο της σειράς. Σκληρός, απόμακρος, όμως γοητευτικά ευάλωτο . Η εσωτερική ένταση, το μαύρο χιούμορ, τα απότομα αντιδραστικά σχόλια — το casting απλά απογειώνει τον Carl, αν και η απουσία κάποιας ανανέωσης της προσέγγισής του (μια είσοδος στο “σκληροτράχηλο” στερεότυπο detective) ίσως να τον κάνει κλισέ, για όσους έχουν δει το Slow Horses.

Ο Akmar Salim(Alexej Manvelov) αναλαμβάνει ρόλο «διπλωματικού προσώπου», καθώς εμφανίζεται ως ένας πολύ ικανός, σεμνός, ίσως υπεραναπτυγμένος συνεργάτης όπου η χημεία του με τον Goode είναι από τα λίγα σημεία ισχύος στις συζητήσεις τους.

ΠΗΓΗ: IMDB

Η Leah Byrne ως Rose είναι ένας χαρακτήρας που θυμίζει επαγγελματική ανανέωση – δίχως να εντυπωσιάζει, όμως έχει αξιόλογη συνεισφορά όπως και η Kelly Macdonald ως Dr. Irving, δηλαδή η ψυχολόγος που δεν περιορίζεται στον ρόλο της. Η Chloe Pirrie (Merritt Lingard), παρουσιάζεται αξιοπρεπώς, ωστόσο χάνει λίγο την ευκαιρία για μια δυναμική ερμηνεία που θα έδινε άλλη αίσθήση στην εξαφάνισή της.

Η συνολική εντύπωση είναι ένα cast ικανό, με ερμηνείες σωστές, όχι συγκλονιστικές — στοιχείο που συνεισφέρει στην αίσθηση ότι απλώς «καλύπτουν» το έργο και την έλλειψη δυναμικών ανατροπών που η διάρκεια αφήνει να υπονοηθούν.

Το ύφος: Νορδικό noir

Η πόλη του Εδιμβούργου λειτουργεί ως χαρακτήρας: γοτθικό, μουντό, ιδανικό για θρασύδεικτο noir. Η μετάβαση από τη Σκανδιναβική εκδόχη σε βρετανική είναι ενδιαφέρουσα . Η σκηνοθεσία του Frank – με βαρύ, βραδινό φωτισμό και ρεαλιστική αίσθηση του δομημένου εγκλήματος – επιτυγχάνει ένα επιβλητικό φόντο.

Ωστόσο, η υπόθεση συχνά ηχεί γνωστή. Τα στερεότυπα – θυμίζουμε τη ζοφερή σοφία του Avery Bullock και τον “σκληρό” ήρωα – αναδεύονται χωρίς να προσθέτουν πραγματικές εκπλήξεις: ένας εσωτερικός δαίμονας που «λύνεται» με συναισθηματικό κεραυνό — αλλά δεν φέρνει κάτι νέο στο τραπέζι . Η σειρά θύμιζει πολύ το Slow Horses, το Mindhunter ή ακόμα και το True Detective II, χωρίς το στιβαρό βάθος της πλοκής τους.

Το πρώτο «Psychological cliffhanger» – είναι μία ανατρόπη που σε κρατάει − όμως ο τρόπος της αφήγησης χρήζει βελτίωσης. Οι ανατροπές χτίζονται αργά, συχνά είναι προβλεπόμενες. Ένα καλό μυθιστόρημα μεταφέρεται δύσκολα όταν δεν έχεις την προσοχή σου εντέλως σε αυτό – κι εδώ, η συναίσθηση ότι ξέρεις κάπου την κατάληξη αφαιρεί από την αγωνία. Κατά τα άλλα, το τέλος προσφέρει έναν επίλογο— αλλά δημιουργεί και την αίσθηση ότι καποία ανοίχτα μέτωπα δεν λύθηκαν πλήρως.

Κερδίζει τη θέση του στο top 10;

Το Dept. Q καταφέρνει να είναι μία καλής ποιότητας σειρά με δυνατό cast, επαγγελματική παραγωγή και στυλιζαρισμένους χαρακτήρες. Άλλα στερεύει όταν μας δίνει πάρα πολλά επεισόδια χωρίς την ανάλογη αύξηση της έντασης. Η αγωνία υπάρχει, αλλά υποφέρει όταν η διάρκεια στραγγαλίζει την αφήγηση. Ο Scott Frank αναζητεί την ισορροπία μεταξύ των χαρακτήρων και του crime drama – και ο πρώτος κύκλος έχει αρκετές καλές στιγμές, παρ’ όλα αυτά δεν ξεφεύγει από τις σειρές χωρίς το κάτι το ξεχωριστό που θα την καθιέρωνε.

ΠΗΓΗ: IMDB

Η συνέχεια και ο αντίκτυπος

Η επιτυχία είναι ήδη εμφανής: ποσοστά streaming, η συζήτηση στα media, και συζητήσεις για Season 2, βασισμένη στο δεύτερο βιβλίο – τον The Absent One – σε βελτιωμένη, πιο συμπαγή μορφή (ίσως 6 επεισόδια συνολικά) . Αν ο Frank διαβάσει τα μηνύματα: λιγότερη διάρκεια, ακόμα ποιοτικότερος ρυθμός, μεγαλύτερη ένταση στην κορύφωση – θα δούμε ένα σοβαρό follow-up. Το franchise έχει βάση: το κοινό του Netflix, φανατικοί του noir, και των βιβλίων θεωρούν ήδη το Dept. Q must-watch.

Να το δεις (ή όχι)

Αν σου αρέσουν τα character-driven ψυχολογικά crime dramas, κλείσε καναπέ, πιάσε καφέ – έχεις επαρκή «καλή τηλεόραση». Η ερμηνεία του Goode και η σκηνοθεσία είναι εγγύηση.
Η διάρκεια καταποντίζει τη ροή, οι ανατροπές υποστηρίζουν απλώς μια «αλληλουχία γεγονότων» – κι όσοι αναζητούν γκανγκστερική έκρηξη, γρήγορο ρυθμό, ή έντονη ένταση, ίσως απογοητευτούν.

Comments are closed.